Καραβάκι μου

Καραβάκι μου
Christian Schloe

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Τα πλαστικά κόκκινα γάντια




"   Δεν έπρεπε να ξεστομίσετε κουβέντα για μας, κύριε, " φώναξαν δυνατά τα κόκκινα πλαστικά γάντια, την ώρα που εκείνη τα φορούσε για ν' αρχίσει τις δουλειές.
" Γιατί τόση χολή και ειρωνία; Επειδή είμαστε πλαστικά και φτηνά ή επειδή είμαστε κόκκινα;
Πόσα δεν ξέρετε, κύριε, για μας και την κυρά μας!
Μας φοράει μέχρι να παπαρώσουν τα κουρασμένα, πρησμένα χέρια της, τα γεμάτα ζάρες, κόμπους  και μελανά φουσκωμένα νύχια.
Τι γνωρίζετε εσείς για τα βαριά της χέρια, που όταν ξαπλώνει το βράδυ τα τρίβει με αλοιφές και τα κρεμάει παράλυτα κάτω, δίπλα στο κρεβάτι μήπως και απαλύνει τον πόνο;
Τι γνωρίζετε εσείς για μας  και γι' αυτά τα άγια, αεικίνητα χέρια που  εμείς ντύνουμε  από τα νύχια μέχρι τον αγκώνα για να μην πληγωθούν και φουσκαλιάσουν και πάθουν εγκαύματα!
Μας είδατε ποτέ,  πώς τα αγκαλιάζουμε για να ζεσταθούν και να γλιτώσουν από τις χιονίστρες όταν τα νερά είναι παγωμένα;
Μας είδατε ποτέ όταν ξυπνάμε  μαζί της από τα χαράματα να μαζέψουμε τα σκουπίδια και να τα φορτωθούμε;
Δεν έπρεπε να ξεστομίσετε κουβέντα για μας, κύριε!
Εμείς μαζεύουμε τα άχρηστα και λερωμένα χαρτιά σας, τα αποτσίγαρα και τις κολλημένες τσίχλες,
τρίβουμε τις σκουριές και τους δύσκολους λεκέδες...
Μουλιάζουμε μαζί της στα καυτά νερά και τις σαπουνάδες. Βουτάμε στις χλωρίνες και τα δηλητήρια. Τρυπάμε, ξεφλουδίζουμε και σιγολιώνουμε μαζί της.
Εμείς, είμαστε ο φύλακας άγγελός της. Μας μουσκεύει ο ιδρώτας της και μας βρέχουν τα δάκρυά της.
Μη μας πετάτε απερίσκεπτα στον κάλαθο των αχρήστων!
Εμείς, πεθαίνουμε και ξαναγεννιόμαστε, γιατί η κυρά μας δεν τα βγάζει πέρα χωρίς εμάς. Τα παιδιά στο σπίτι πρέπει να φάνε, να ντυθούν, να σπουδάσουν και να χαρούν.
Μη ξαναμιλήσετε υποτιμητικά για μας που λαμποκοπάμε τα τζάμια σας, τους τοίχους και τα πατώματα, τις πόρτες, τα πατζούρια σας, τα γραφεία κι όλα σας τα κάγκελα, που γλιστράμε στα λάδια, μαζεύουμε τα αποφάγια σας και  απολυμαίνουμε τις βρωμιές σας!
Εμείς, καλέ μου κύριε, τρέχουμε πέρα δώθε να προλάβουμε να αστράψουμε τα μάρμαρα της σκάλας για να πατήσετε στα καθαρά και να τα βρείτε όλα στην εντέλεια!"


Η γυναίκα, η κυρά τους, η καθαρίστρια, είχε σχεδόν τελειώσει όλες τις δουλειές του σπιτιού.
Μόνο ένα συρτάρι  της είχε απομείνει να τακτοποιήσει. Το άνοιξε. Πάνω, πάνω, λευκά, δαντελένια γάντια, με  όμορφους φιόγκους και δίπλα τους τα μαύρα, βελούδινα με σειρές από σούρες.
Μύριζαν άρωμα. Εκείνο το ακριβό της κυρίας της.
Τη φαντάστηκε να τα φοράει προσέχοντας τα μακριά, ωραία βαμμένα νύχια της, κι ύστερα,  αφαιρώντας τα με χάρη,  να αποκαλύπτονται τα ολόλευκα χέρια της.

Έβαλε σε τάξη τα ρούχα και έκλεισε το συρτάρι.
Έλυσε την ποδιά της και έσκυψε να πάρει τα πλαστικά κόκκινα γάντια της.
 Κοιτάζοντάς τα, χαμογέλασε.
"Ναι! Δεν έπρεπε να ανοίξει το στόμα του και να μιλήσει για  σας.  Τον άκουσα κι εγώ.
 Όμως τον συγχωρώ. Ίσως κανείς από τους δικούς του δεν τα έχει ποτέ φορέσει, και δεν ξέρει ...
Μέχρι να μάθει, εσείς θα είστε το ακριβό μου σύμβολο, να μου θυμίζει τις ατέλειωτες μέρες που έβγαινα μαζί  σας στους δρόμους υψώνοντας τα χέρια μου  προβάλλοντας την αξιοπρέπεια της εργασίας μου.
 Τότε που όλες μαζί διεκδικούσαμε την ανάγκη για εργασία  ώστε να μπορέσουν και τα δικά μας παιδιά, να σχεδιάσουν βελούδινα όνειρα  για τη ζωή,  με πένα βουτηγμένη στο  δίκιο και την τιμιότητα.
Βουτήξτε την πένα σας κι εσείς, κύριέ μου, στην συγνώμη που αρκετές φορές εκφράζετε . Αν το μελάνι κάποια στιγμή σας λερώσει, θα σας χαρίσω τα πλαστικά, κόκκινα γάντια μου!"




Δεν υπάρχουν σχόλια: