Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Δυο καλοκαίρια





Δυο καλοκαίρια


Η δασκάλα έγραψε στον πίνακα : " Το καλοκαίρι " 



" Είναι το τελευταίο γραπτό μου στο Δημοτικό Σχολείο. Πρέπει να είναι καλό" σκέφτηκε η Μυρτώ.
Ξεφύλλισε το τετράδιό της, πήρε μολύβι κι άρχισε να γράφει.


" Μέρες τώρα περιμένουμε ανυπόμονα να μπει το καλοκαίρι  αλλά εκείνο δεν λέει να φανεί. Το ημερολόγιο γράφει Ιούνιος μα δεν μοιάζει με καλοκαίρι.
Βρέχει, πέφτουν κεραυνοί, φυσάει και κάνει ψύχρα. Μάταια προσπαθώ να βρω έστω κι ένα σημάδι του ερχομού του.
Γιατί αργείς καλοκαιράκι; Σε περιμένει ο ουρανός να 'ρθεις και μ' ένα σου χαμόγελο να διώξεις
τα γκρίζα σύννεφα που κουράστηκαν να στάζουν βροχή.
Η βροχή δεν αντέχει άλλο να φιλονικεί με τις ομπρέλες, τους δρόμους που γλιστρούν, τα παγκάκια και τα χαρτόκουτα  της πόλης που δεν κάνει να μείνουν για πολύ ακόμη νοτισμένα ...
Δεν θέλει να βλάψει της γης τα σπαρτά, τους καρπούς και τη σοδειά των γεωργών. 
Τα βουνά περιμένουν να γυμνωθούν από το τελευταίο χιόνι που ξέχασε να πάρει μαζί του ο Χειμώνας και η πολυάσχολη Άνοιξη. Ας είναι από πέτρα. Και η δική τους καρδιά έχει ανάγκη για να ζεσταθεί.
Κάνε το θαύμα σου να κοπάσει ο αέρας που απειλεί τα τρυφερά κλαδιά των δέντρων!
Βοήθησε να πάψει η τρικυμία να μην πέφτει αρμύρα στα μάτια των ανθρώπων και τα κάνει να κλαίνε.
Γαλήνεψε τη θάλασσα να' χουν καλή ρότα τα καραβάκια.
Έλα μην καθυστερείς! Η Άνοιξη σου'χει κεντήσει πολύχρωμο μαντήλι να φορέσεις  στο λαιμό!
Οι τριανταφυλλιές σου έχουν έτοιμο μπουκέτο με βελούδινα πέταλα για να σε καλωσορίσουν.
 Έφτασαν οι μέρες να πάμε διακοπές με τους γονείς μας στο χωριό της γιαγιάς.
 Έλα κι εσύ μαζί μας να μυρίσεις τα γιασεμιά, τ' αγιόκλημα και το νυχτολούλουδο του κήπου της!
Δεν βλέπεις τα πουλάκια που σε αναζητούν ανήσυχα; Θα σου θυμώσουν. Αν αργήσεις κι άλλο δεν θα σου πουν τραγούδια.Να το ξέρεις!
Δώσε μας το ζεστό σου χέρι ν' ανεβούμε στο εκκλησάκι του βουνού να ανάψουμε κεράκι. Είναι τόσο όμορφα εκεί! Θα ακούμε  τα νερά να κελαρύζουν, θα πίνουμε κρύο νερό από την πηγή, θα τρώμε φρέσκα αυγά, τηγανόψωμα και  καρπούζι. Θα τρέχουν  από το στόμα μας τα ζουμιά και θα γελάμε...
 Μετά θα  τρέχουμε κάτω στο ποτάμι.
 Η γιαγιά θα μας λέει ιστορίες για τις όμορφες νεράιδες που τριγύριζαν τον παλιό καιρό ανάμεσα στα δέντρα κρατώντας μαντήλι για να το χαρίσουν στον  νέο που θα αγαπήσουν.
'Υστερα κάτω από τα ψηλά πλατάνια  ο παππούς  θα μας διηγείται  πώς έπιανε πουλιά όταν ήταν μικρός. Πώς μαζί με τ' άλλα παιδιά παρακολουθούσε  τις φωλιές τους, πώς παραμόνευε
 πότε θα μεγαλώσουν οι καρδερίνες και οι φλώροι για να τα πιάσει, να τα βάλει σε κλουβιά ώστε να έχουν ωδικά πουλιά στο σπίτι!
Έπειτα θα μας αφηγείται πώς σκαρφάλωνε μικρός στα δέντρα για να φάει κορόμηλα, σύκα και βύσσινα.
Θα μας μαθαίνει τις φωνές των πουλιών και τις πατημασιές των ζώων.
 Πώς έκοβαν και κουβαλούσαν τα ξύλα από το δάσος.
  Έλα, καλό μου καλοκαιράκι, να πάμε και στον άλλο παππού μας στο νησί, να μυρίσουμε την αρμύρα της θάλασσας, να δούμε τις μωβ βουκαμβίλιες να ζωγραφίζουν τα άσπρα σπίτια με τα μπλε παράθυρα!
 Έλα, να τρέξουμε στα στενά δρομάκια, να βλέπουμε τους τουρίστες να φωτογραφίζουν τις ομορφιές του νησιού, να δοκιμάζουν τα νόστιμα φαγητά μας και να ψωνίζουν αναμνηστικά δώρα.
Έλα να κάνουμε μπάνιο, να ξαπλώνουμε  στην άμμο  και να γινόμαστε κατάμαυροι από τον ήλιο.
 Θα 'ρθεις να μαζεύουμε μεγάλα κοχύλια, να χαζεύουμε τα ψάρια μέσα στο νερό και να στοιχηματίζουμε ποιος θα κάνει τις μακρύτερες  βουτιές;
Αν έρθεις, θα σε παίρνει και σένα  βαρκάδα  ο παππούς. Εκείνος ξέρει πού κολυμπάει η  γοργόνα και  θα μας τη δείξει εκεί στα βαθιά. " Ζει και βασιλεύει " θα της φωνάξουμε και θα χαθεί χαρούμενη στο νερό.
Μετά, θα ταξιδέψουμε, να φέρουμε πίσω την Ξανθούλα από την ξενιτιά.
Ύστερα, θα πάμε γιαλό γιαλό να δούμε τον Οδυσσέα που  βγαίνει στη στεριά και  επιστρέφει στο παλάτι του.
 Όταν βραδιάζει θα τραγουδάμε στα αστέρια της νύχτας κάτω από το γεμάτο φεγγάρι.
Όταν τελειώσουν οι διακοπές, θα σε πάρουμε στο σπίτι μας.Θα γυρίζουμε στην άδεια πόλη κι όταν νιώθουμε  να καίει η άσφαλτος και τα τσιμέντα, θα πηγαίνουμε να δροσιστούμε  στις πλατείες με τα συντριβάνια. Θα καθόμαστε στη βεράντα κι όταν ζεσταινόμαστε, θα μας βοηθάς να κατεβάζουμε τις τέντες. Μέσα θα βάζουμε το κλιματιστικό να δουλεύει και θα παίζουμε επιτραπέζια παιχνίδια.
 Καλοκαιράκι μου αγαπημένο, απ' όλες τις εποχές, εγώ εσένα προτιμώ.
Άντε, κρέμασε  στα χρυσά σου μαλλιά  κεράσια και σταφύλια και βιάσου να 'ρθεις.
Έλα, να σβήσεις το γκρίζο χρώμα και τις αστραπές που φοβάμαι.
 Θα σου έχω την πόρτα ανοιχτή!"


Η Μυρτώ ήταν έτοιμη να παραδώσει το γραπτό της αλλά μετάνιωσε. Άνοιξε και πάλι το τετράδιό της και συνέχισε να γράφει.


" Ήταν κάποτε ένα αλλιώτικο καλοκαίρι. 
Εκείνο δεν καθυστερούσε να 'ρθει ούτε λεπτό.
 Ήταν ζεστό, όμορφο, ξανθό, με φωτεινό πρόσωπο. Μου χαμογελούσε, με κοίταζε στα μάτια, με χάιδευε απαλά στο πρόσωπο και στον ώμο. 'Εκανε αστεία, μου τραγουδούσε, χόρευε και έπαιζε μαζί μου.
Με άγγιζε με το ραβδί του και μαγευόμουν. Ταξιδεύαμε μαζί σε κόσμους άγνωστους, μακρινούς, πολύχρωμους σχεδόν παραμυθένιους. Κάθε μέρα κι από ένα ταξίδι. Κάθε μέρα κοντά στον ήλιο. Κάθε μέρα έσταζε φως στην καρδιά και στο μυαλό μου.
Όταν έπρεπε να επιστρέψουμε πιανόμασταν από μια αχτίδα του ήλιου και κατεβαίναμε πάλι στη γη.
Με έπαιρνε τότε στα γόνατά του και μου μιλούσε με ανθρώπινη φωνή!
Τα λόγια του ήταν ποταμός από μέλι. Το θυμάμαι να μου λέει:

"  Όταν ανεβαίνεις  στο ξωκλήσι, να κοιτάζεις πέρα απ' τα βάθη του ουρανού για να παίρνεις δύναμη από Εκείνον που φιλοτέχνησε το κόσμημα της Πλάσης. Είναι εκεί πάντα παρών.
Εκείνος σου σμίλεψε το ωραίο σου σώμα, σου έδωσε ζωή από την πνοή του και σε προίκισε με λογική και θέληση. Να σηκώνεις  συχνά τα μάτια σου ψηλά. Εκεί λάμπει η Αλήθεια.
Όταν φοβάσαι, θα σε κρατούν οι γονείς σου από το χέρι. Εκεί είναι η αγάπη, η φροντίδα και η ασφάλεια. Να αποζητάς την αγκαλιά τους.
Κάθε φορά που βουρκώνουν τα μάτια των συνανθρώπων σου, να αναγνωρίζεις αυτά τα δάκρυα. Είναι από αδυναμία, λύπη, πόνο, φόβο και μοναξιά. 
Τότε να δίνεις το χέρι σου! Είναι η ώρα για την  αγάπη, την προσφορά, την κατανόηση και την αποδοχή.
'Οταν ο πόλεμος σκορπίζει τον θάνατο, την πείνα και την εξαθλίωση, να ξέρεις πως αιμορραγεί η δικαιοσύνη και η ισότητα. Κυριαρχεί η άγνοια, το συμφέρον,η αδικία, ο φανατισμός, ο θυμός και το μίσος.
 Τότε σκέψου πως υπάρχει  κι άλλος δρόμος για μια καλύτερη τη ζωή.
Πλησίασε τους συνανθρώπους σου. Μοιράσου χαρές και λύπες μαζί τους. 'Εχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον.
Να αισθάνεσαι περήφανη όταν αντικρίζεις τα αρχαία μνημεία. Εκεί είναι η  γνώση και ο πολιτισμός.
Να στέκεσαι σεμνά μπροστά στα ηρώα γιατί εκεί είναι γραμμένα με χρυσά γράμματα τα ιδανικά και ο αγώνας.
Να αγαπάς τη μόρφωση.
Να χρησιμοποιείς τη γνώση σου μόνο γα το καλό.
 Να την αναζητάς στην κοινωνία, στα σχολεία, στα βιβλία και στη Φύση.
Η Φύση είναι το τελειότερο έργο! Σε ευεργετεί και σε διδάσκει.  Όταν τη δεις να δοκιμάζεται και να κινδυνεύει, φώναξε όσο πιο δυνατά μπορείς:" Σύνεση, Σεβασμός, Προστασία!"
Μάθε να σκέπτεσαι, να αγαπάς, να κάνεις όνειρα και να ακολουθείς τρόπους που θα σε οδηγήσουν στους στόχους σου. 
Να ψάχνεις τη χαρά παντού.
Να προστατεύεις  και να αγαπάς τον εαυτό σου. Στον καθρέφτη όμως της ζωής σου να μη βλέπεις μόνο το δικό σου πρόσωπο. 
Να θυμάσαι ότι η ζωή μπορεί  να γίνει ένα ατέλειωτο καλοκαίρι. Όμως για να γυρίσει ο Ήλιος θέλει δουλειά πολλή.
Οι ΠΡΑΞΕΙΣ των ανθρώπων θα φέρουν την Ειρήνη.
Η Ειρήνη είναι τα φώτα της γιορτής του κόσμου! "

Τι όμορφο καλοκαίρι ήταν αυτό! Κράτησε δώδεκα ολόκληρα χρόνια! 
Εύχομαι να το ξαναζήσω! "



Η Μυρτώ αισθάνθηκε ένα φιλί στο μάγουλό της. Πετάχτηκε ξαφνιασμένη. 'Ηταν η μαμά.
- Έλα να κοιμηθείς. Σε πήρε ο ύπνος, παιδί μου, πάνω στα βιβλία σου!
Στο γραφείο ήταν απλωμένα βιβλία του σχολείου και άλλα λογοτεχνικά.
Η Μυρτώ κοίταξε νυσταγμένα στο τετράδιό της. Δεν είχε γράψει τίποτα!
Φυσικά! Αφού αύριο είναι η ημέρα της έκθεσης. Όλες οι εργασίες γίνονται στο σχολείο.
Σήμερα προετοιμάστηκε. Φρεσκάρισε τις γνώσεις της, θυμήθηκε τις εμπειρίες της, έπλασε εικόνες με την φαντασία της, διάβασε πολύ, βρήκε ιδέες και τακτοποίησε τις σκέψεις της.
Λέει να μη γράψει για το δεύτερο καλοκαίρι. Ντρέπεται μήπως βγει έξω από το θέμα. 
Αύριο θα εκφραστεί ελεύθερα και θα τα γράψει όλα με το δικό της τρόπο. 'Ετσι όπως γράφουν όλα τα παιδιά του σχολείου που είναι δώδεκα χρονών.
Θα ζωγραφίσει και μια ωραία κάρτα για τη δασκάλα της και θα γράψει:" Αγαπημένη μου κυρία, εσείς ήσασταν για μένα το δεύτερο καλοκαίρι μου! Σας ευχαριστώ". 







Δεν υπάρχουν σχόλια: