Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

17 ΝΟΕΜΒΡΗ







Στον πιο μικρό


Γλυκό πουλί, το πιο μικρό,
της νιότης αηδονάκι
άπλωνες τα μικρά σου χέρια,
σταυροδρόμια της χαράς,
κι άφηνες τη ζωή να περάσει.
Απ' τ' ανοιχτό σου πουκάμισο,
σημαιάκι της καρδιάς,
φανέρωνες που κρύβετ' η αγάπη
κι έβαζες χρώμα στην αλήθεια.

Όμορφο γιούλι της αυλής
άπιαστο συννεφάκι
ανάσαινες ζωή, αεράκι μου,
κι ανέμιζες κορδέλα την ελπίδα.
Κάρφωνες τα μάτια σου,
όμοια αδέρφια τ' ουρανού,
εκεί στις γνώριμες κορφές,
άρπαζες το σύννεφο
το' βαζες πανί
κι άναβες της ψυχής τη μηχανή...
Έριχνες σκοινί τον ήλιο να πιάσεις
παρέα μ' όλα τα παιδιά
έστρωνες φιλί στη ζωή να πατήσει
κι έλεγες η νύχτα δεν θα 'ρθει.

Ήσουν μονάχα ένα παιδί
έπαιζες με το φως, με τ' αστέρι
μα βγήκαν νύχτα στο καρτέρι
κι αγγίξαν τ' όνειρό σου.

Χελιδονάκι χωρίς επιστροφή
μοιάζει η χαρά
τώρα που θανάσιμη σιωπή
στο παγωμένο σταυροδρόμι των χεριών σου.
Και τ' άσπρο σου πουκάμισο
πικρό γαρύφαλο στη γη
και κόκκινο δάκρυ.

Δεν το' λεγα να πάθεις κακό
εσύ που ήσουν βοριαδάκι τρελό
ν' αφήσεις χώμα κι ουρανό
της στάλας το γυάλινο τραγούδι.
Ποιος θα γελάσει τώρα στη βροχή
και ποιος θα παίξει  στο χιόνι
Ποιος θα μαζέψει της αυγής τη δροσιά
στα χείλια και στα μάτια!

Αχ! τ' άσπρο σου πουκάμισο
που ' δειχνε της καρδιάς το δρόμο
ποιος θα' χει τώρα να φορεί
να παραβγεί με τον αγέρα;



Δεν υπάρχουν σχόλια: