Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

'Ολα καλά...









Το καλοκαίρι  άγγιξε το βραδάκι με το ζεστό του χέρι. 
 Όλοι βγήκαν στην πλατεία να δροσιστούν.
Τα καταστήματα είχαν βγάλει τα τραπεζάκια τους έξω. Παρέες παρέες χαίρονταν την όμορφη βραδιά κάτω από τα ψηλά πλατάνια.
 Στα παρτέρια γλάστρες στη σειρά με πολύχρωμα λουλούδια που  μοσχοβολούσαν.
Μικρά παιδιά έπαιζαν στo πλακόστρωτο και στις κούνιες. Κάποια πλησίαζαν τα συντριβάνια και  την πέτρινη βρύση και άλλα τριγύριζαν κοντά στα δυο  χρυσαφιά ποδήλατα  που στόλιζαν το γρασίδι.
  Στα τιμόνια τους είχαν καλαθάκια με λουλούδια. Αυτή ήταν αισθητική παρέμβαση του Συλλόγου των νέων που έχουν δώσει ζωή στο χωριό τα τελευταία χρόνια με την εθελοντική τους εργασία, τις ιδέες και τις πρωτοβουλίες τους.
Η μαμά έριξε το βλέμμα της στην προτομή του Φιλοποίμενα Φίνου και αναπόλησε τις αξέχαστες ελληνικές ταινίες που είχε παρακολουθήσει όταν ήταν μικρή.
Ο σύλλογος τίμησε τον γνωστό νομικό, τεχνικό, σκηνοθέτη  και παραγωγό ταινιών που κατάγονταν από το χωριό, για την προσφορά του στην εξέλιξη του ελληνικού κινηματογράφου.
"Τα παιδιά του Συλλόγου αναβίωσαν τον παλιό θερινό κινηματογράφο του χωριού "είπε η γιαγιά.
"Έχουν φυτέψει γιασεμιά και πολλά λουλούδια. 
Βλέπουμε ωραίες ταινίες και θυμόμαστε  τον παλιό καλό καιρό.
Σε λίγες μέρες θα ξεκινήσουν οι ταινίες  και οι  εκδηλώσεις" .

Τα παιδιά αφού έφαγαν και δροσίστηκαν με τον χυμό τους,  έτρεξαν να βρουν τους φίλους τους.
Συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί έξω από την εκκλησία του
Αγίου Δημητρίου που βρίσκεται μέσα στην πλατεία.
Έπειτα αποφάσισαν να κάνουν μια βόλτα  μέχρι την παλιά  εκκλησούλα  της Αγίας  Παρασκευής που δεν ήταν μακριά. 
Προχώρησαν στον κεντρικό δρόμο.
 Καφενεία με παππούδες, καταστήματα με ωραίες βιτρίνες, πεζοδρόμια με λουλούδια και φώτα κρεμασμένα σε γιρλάντες από μπαλκόνι σε μπαλκόνι. Καπνός  και μυρωδιές από ψητό και σουβλάκια  έσπαζαν τις μύτες. Μουσική, ομιλίες και γέλια από τα  πειραχτικά αστεία αντηχούσαν στο δρόμο.
 Το χωριό είχε ζωή.
 Εδώ βρίσκεις όλα τα καλά. Ντόπια σφαχτά, τυρί, φρέσκα αυγά, καλό λάδι, κρασί και τσίπουρο, μέλι, χειροποίητα ζυμαρικά, ρόδια , δαμάσκηνα...
 Με λίγα λόγια και του πουλιού το γάλα.

Τα παιδιά έφτασαν στο αλσύλλιο της Αγίας Παρασκευής με τα πεύκα και τα λιγοστά  ψηλά κυπαρίσσια.
Περπάτησαν στο πλακόστρωτο και θαύμασαν το παλιό πέτρινο καμπαναριό. Μπήκαν στην εκκλησία.
Μοσχοβολούσε λιβάνι και καθαριότητα.
 Στις εικόνες κολλαρισμένα κατάλευκα  κεντητά εργόχειρα δουλεμένα από τα χρυσά χέρια των γυναικών του χωριού.
Αγιογραφίες με σεπτά πρόσωπα κοσμούσαν τους τοίχους  και το τέμπλο απλό,  ζωγραφισμένο με ταιριαστά χρώματα. Στο  ψαλτήρι ανοιχτά τα βιβλία της υμνολογίας και τα στασίδια τοποθετημένα στη σειρά περίμεναν πότε θα γεμίσουν με πιστούς.
Τα παιδιά προσκύνησαν την Αγία Παρασκευή όμως δεν άναψαν κεράκι γιατί  ήταν βράδυ.



Βγαίνοντας, στάθηκαν μπροστά στο Ηρώο. 
Πάνω στο λευκό μάρμαρο είδαν ονόματα  γραμμένα με κεφαλαία χρυσά γράμματα.
 Άντρες και παλλικάρια του χωριού, έγιναν ήρωες  γιατί σαν αέρας όρμησαν μπροστά, δεν υπολόγισαν τα νιάτα τους, τις οικογένειές τους αλλά ακολούθησαν την Ιδέα. 'Ολοι τους αληθινοί πατριώτες!
Τα παιδιά συγκινήθηκαν όταν ανάμεσα στους πεσόντες διάβασαν και ονόματα συγγενών της οικογένειας.
Ο  Αλέξανδρος θυμήθηκε τα λόγια του ποιητή.

"Ξένε μου , όπου πας και περπατάς στη γη μας
να πατάς σεμνά και ν΄αλαφροδιαβαίνεις.
Τι΄ναι ο τόπος μας αιματοποτισμένος.
Κάθε πέτρα της αιματοβαφτισμένη.
Kάθε μέτρο γης κι από ΄νας σκοτωμένος.
Κάθονται οι ψυχές σε πέτρα, σε λιθάρι
και μοιρολογούν και τον καημό τους λένε..."

Επέστρεψαν σιγά σιγά στην πλατεία και έπιασαν τους γονείς τους να συζητούν με τον παππού για το χωριό που ήταν η  έδρα του Δήμου.
- Πώς πάνε τα πράγματα στο Δήμο πατέρα;
-Καλός είναι ο κόσμος παιδί μου. Όλοι αγωνίζονται σ΄αυτούς τους δύσκολους καιρούς να τα φέρουν βόλτα. Είναι καλά όλα τα χωριά το κάθε ένα με την ιστορία και τις χάρες του. Ε! μόνο που νοιάζονται ποιο θα΄χει τη λάμψη! Καλό είναι αυτό. Ας  κάνουν όλα προκοπή. Και με ένα χαμόγελο που άφηνε υπονοούμενα είπε:" Ε! τ΄άλλα όπως τα ξέρεις. Πρέπει  εμείς οι ντόπιοι να νοιαστούμε σοβαρά για το χωριό μας. Εμείς έχουμε τον πρώτο λόγο γιατί τον πονάμε αυτόν τον τόπο. Εμείς ορίζουμε τη ζωή και τη γη μας, γιατί έχουμε παλέψει σκληρά σε τούτα τα χώματα.
 Η Κάτω Τιθορέα είναι κέντρο και κομβικό σημείο της περιοχής! 
 Τούτο το χωριό αξίζει τον σεβασμό όλων και μια καλύτερη τύχη!
Ευτυχώς, οι σύλλογοι, τα σχολεία και οι πνευματικοί άνθρωποι του χωριού δραστηριοποιούνται και κρατιέται  ο πολιτισμός. Ο κόσμος συμμετέχει, ενημερώνεται και διασκεδάζει. Στις δύσκολες στιγμές γινόμαστε όλοι μια γροθιά!

Η νύχτα άναψε το φεγγάρι και τ΄αστέρια της.
Ήταν η ώρα να επιστρέψουν.
Κατηφόρισαν για το σπίτι.
Τα παιδιά νύσταζαν. Η σημερινή μέρα ήταν γεμάτη. Περπάτησαν, συνάντησαν κόσμο, έπαιξαν  και χόρτασαν εικόνες και ήχους της υπαίθρου.

Η γιαγιά είχε έτοιμα τα κρεβάτια τους. Ενώ τα παιδιά ξάπλωναν, εκείνη θυμήθηκε τον καιρό που κοίμιζε την κόρη της με ιστορίες και παραμύθια.
 Πλησίασε τα εγγόνια της, κάθισε κοντά  τους και άρχισε.
"Κάτω στο ποτάμι μαζί μ΄όλα τα πουλιά ζει και το   ζηλεμένο αηδόνι.
 Όταν αρχίζει να γλυκολαλεί τότε σωπαίνουν όλα.
Τραγουδάει  μέρες πολλές, τραγούδι αγάπης για να  ακούσει το ταίρι του.Το καλεί να΄ρθει κοντά του.
Κι η αηδόνα πιο κει  ακούει το κελάηδισμά του, ανοίγει τα φτερά της, πεταρίζει με νάζι κι έπειτα σιμώνει.΄Υστερα σμίγουν και το αηδόνι της τραγουδάει μέχρι την αυγή".

Τα βλέφαρα των παιδιών είχαν κλείσει. Ο ύπνος τα είχε πάρει και τα ταξίδευε σε δάση και ποτάμια, σε λουλούδια και πουλιά.
Η γιαγιά τα σταύρωσε και έγειρε την πόρτα.



Picture from Pratiksha Joshi