Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Προορισμός το ποτάμι...




Προορισμός... το ποτάμι!



video : Kentria aulos

 Ξαδέλφια και γειτονόπουλα έσμιξαν όλα μαζί να χαρούν την πρώτη μέρα του καλοκαιριού.
Αποφάσισαν να πάνε βόλτα με  τα ποδήλατά τους.
Στη μέση του χωριού περνούσε ο κεντρικός δρόμος που ήταν πολύ στενός και επικίνδυνος για τα ποδήλατα. Τα παιδιά του χωριού είχαν συνηθίσει. Όμως ο Αλέξανδρος και η Μυρτώ είχαν ρητή εντολή από τους γονείς τους να αποφύγουν αυτόν το δρόμο.
΄Έτσι, αφού έκαναν μια φορά τον γύρο της πλατείας, ξεχύθηκαν στους δρόμους που περνούσαν από τις γειτονιές. Στους δρόμους κινούνταν τρακτέρ και αγροτικά αυτοκίνητα. Πήγαιναν και έρχονταν  από τον κάμπο ή τα μαντριά. Τα παιδιά έκαναν στην άκρη προσεκτικά.



Τα περισσότερα σπίτια ήταν μονοκατοικίες, είχαν  κεραμοσκεπές, ξύλινα στέγαστρα και καμινάδες από τα τζάκια.

Τα παράθυρά τους ήταν ανοιχτά και στα μπαλκόνια λιάζονταν σκεπάσματα. Οι γειτόνισσες αεικίνητες. Έμπαιναν κι έβγαιναν στο σπίτι,  άπλωναν ρούχα, γυρόφερναν στους κήπους, τα περιβόλια και τα κοτέτσια.
 Πότιζαν τα λουλούδια και τα δέντρα στις περιποιημένες τους αυλές και συνομιλούσαν μέσα από τις μάντρες  και τους φράχτες.  Μιλούσαν όλοι βροντόφωνα, καλημερίζονταν και κοιτούσαν ο ένας τον άλλο στα μάτια, μοιράζονταν  τα νέα του χωριού, πήγαιναν και έχονταν κρατώντας σακούλες με ψώνια, μικρά παιδάκια  έπαιζαν με τα χώματα, άλλα έτρεχαν και έκαναν ζαβολιές, γκρίνιαζαν και ήθελαν τα δικά τους.
 Που και που και καμιά μεγάλη γιαγιούλα με μαύρα ρούχα και μαντήλι στο κεφάλι.
Στο χωριό οι ζωές των ανθρώπων αποκαλύπτονται. Ο καθένας ψιλοξέρει τι συμβαίνει στον γείτονά του " σκέφτηκε ο Αλέξανδρος παρατηρώντας γύρω του.
 Πλησίασαν σε κάτι οικόπεδα περιφραγμένα Είδαν πρόβατα που έβοσκαν στο χορτάρι και τον κτηνοτρόφο με τη γκλίτσα να τους σφυρίζει δυνατά για να τα μαζέψει μην και πεταχτεί κανένα στο δρόμο. Ήταν και το σκυλί του εκεί, φύλακας και οδηγός τους.
Πήραν στροφή και πέρασαν πάλι από την πλατεία. Γνωστοί  τα  φώναζαν για  να τα κεράσουν αλλά αυτά προτιμούσαν την ποδηλατάδα.
 Κοιτάχτηκαν και συννενοήθηκαν με ματιές. Ένας πήγε σπίτι του και γύρισε φέρνοντας μια σακούλα.
Έβαλαν μπρος  για την κατηφόρα.
Πήραν το δρόμο που οδηγούσε στο ποτάμι.
 Ιδρωμένα, λαχανιασμένα και αναψοκοκκινισμένα άφησαν τα ποδήλατα στην άκρη του χωματόδρομου και ανέβηκαν στην αερογέφυρα. Από κάτω είδαν το τρένο να περνά και το χαιρέτησαν  με  ξεφωνητά. Κατέβηκαν από την απέναντι πλευρά. Πέρασαν την παλιά πέτρινη βρύση με τα ψηλά δέντρα και αμέσως το ποτάμι ξανοίχτηκε μπροστά τους.

video: KΠΕ Φιλίππων

Είχε αρκετό νερό, καθαρό, πρασινωπό.  Κάθησαν κοντά στην όχθη να ξεκουραστούν.
Το κελάρυσμα  του νερού, τα κελαηδίσματα των πουλιών και οι φωνές τους πλέχτηκαν και έγιναν μουσική. Γύρω τα πλατάνια, τα κυπαρίσσια, οι φτελιές, οι ιτιές, οι λυγαριές, οι αγριοσυκιές και οι θάμνοι σταμάτησαν το θρόισμα για ν΄ακούσουν όλα τους τα μυστικά.
Πίσω, το βουνό τυλιγμένο σε γκριζογάλανα τούλια από το φέγγος της μέρας, έμοιαζε παραπονεμένο που του είχαν γυρίσει την πλάτη τα " παλιόπαιδα".
Έριξαν πέτρες στο ποτάμι, έβγαλαν τα παπούτσια τους και μπήκαν μέχρι το γόνατο, περπάτησαν την κοίτη πάνω κάτω, κοιτούσαν ερευνητικά μέσα  στο νερό, κατάβρεχε ο ένας τον άλλο με τα πόδια του και χαίρονταν ανέμελα τη δροσιά.




Τότε ένας μπόμπιρας έκανε το θαύμα του.

" Ο μπαμπάς μου ερχόταν εδώ  όταν ήταν μικρός και μαζί με τους συμμαθητές του έκαναν μπάνιο, έψαχναν για βατράχια και νερόφιδα..."
Μεμιάς, λες και τους τσίμπησε σφήκα, έτρεξαν όλα να βγουν έξω αναστατωμένα.
Ύστερα άρχισαν  τα κοροϊδευτικά γέλια αλλά ευτυχώς συγκρατήθηκαν και δεν μάλωσαν.
Το ίδιο παιδί τα μπάλωσε,
"Δηλαδή, μια φορά, ο πατέρας μου  μαζί με άλλα παιδιά το έκαναν κοπάνα από το σχολείο και ήρθαν εδώ να κολυμπήσουν και να ψαρέψουν. Το΄μαθε ο δάσκαλος και έπεσε ξύλο με τη σανίδα..."
" Εμένα ο πατέρας μου δεν τα φοβάται τα φίδια. Τα πιάνει με τα χέρια του και τα σκοτώνει.
 Βρε σεις, το ξέρετε ότι τα φίδια είναι κουφά;"
Σε κανέναν δεν άρεσε η συζήτηση περί φιδιών και κυρίως στα κορίτσια που προσπάθησαν να αλλάξουν την ατμόσφαιρα πηγαίνοντας πιο κει να μαζέψουν αγριολούλουδα. Άρχισαν το τραγούδι για να ξεχάσουν την τρομάρα που πήραν...
Λίγο αργότερα η  Μυρτώ  τους είπε ένα ποίημα που είχε διαβάσει και της άρεσε πολύ.

ΤΟ ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΟ


                                              Γκαίτε

" Μέσα στο δάσος περπατώντας μοναχός μου
ζηλεμένο λουλουδάκι βλέπω εμπρός μου.


Ζωηρά τα χρώματά του, λαμπερά...

σκύβω αμέσως να το κόψω με χαρά!


Μια φωνούλα γροικώ τότε : " Tι σου κάνω;
γιατί θέλεις το καημένο να πεθάνω;

" Το λουλούδι απ΄τη ρίζα του σα φύγει
θα πονέσει, κι η ζωή του θα΄ναι λίγη."

Το λυπήθηκα και σκύβω σιγαλά
και το βγάζω με τη ρίζα του απαλά.

Το φυτεύω μεσ΄στον κήπο μας και πάλι
ξαναζεί, ξαναμυρίζει, ξαναθάλλει.

Τα παιδιά χειροκρότησαν τη Μυρτώ. Τότε η  Παναγιώτα που δεν ήθελε να υστερήσει σε απαγγελία και γνώση ανέβηκε σε μια πέτρα και είπε το δικό της ποίημα.





ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΧΟΛΕΙΟ


                                   Στέλιος Σπεράντσας



Είναι ένα σχολειό μεγάλο ξέμακρα
που άλλο εγώ δεν είδα πιο τρανό

κάτω έχει χαλί στρωμένο πράσινο

πάνω έχει σκεπή τον ουρανό


Όλο μυρωδιές είναι τ΄αγέρι του
κι αν δεν έχει πιάνο ή βιολί
χίλια όμως τραγούδια λένε αδιάκοπα
σπίνοι, αηδόνια εκεί κορυδαλλοί.

Πάμε στο σχολειό, παιδιά, το ξέμακρο
που΄χει όλα τα κάδρα ζωντανά 
κι έχει ζωγραφιές μες στα βιβλία του
δέντρα και λουλούδια και βουνά.

Πάμε στο σχολειό, για να διαβάσουμε
που΄ναι σαν απέραντος ναός
κι είναι μέσα εκεί, χωρίς να φαίνεται
δάσκαλος μεγάλος ο Θεός.


Ξανά χειροκροτήματα και χαμόγελα.
Λίγο πιο κει, ένα θαρραλέο παιδί ανέβηκε σ΄ένα δέντρο και κατέβασε μια φωλιά. Το είχε ξανακάνει όταν του το είχε ζητήσει η δασκάλα του.
Όλα απόρησαν με τον περίτεχνο τρόπο που ήταν πλεγμένη.
"Να την πάρετε στη Αθήνα να τη δουν οι συμμαθητές σας. Σίγουρα δεν θα έχουν ξαναδεί τέτοια ωραία κατασκευή" τους είπε.

΄Ενας μεγάλος πελαργός πέρασε τότε πάνω από τα κεφάλια τους. Ήταν αυτός που είχε τη φωλιά του στην πλατεία.

" Παλιά είχε την φωλιά του στο παλιό καμπαναριό. Ύστερα του έφτιαξαν ένα ειδικό στεφάνι πάνω στην κολώνα της ΔΕΗ και από τότε δεν έχει αλλάξει φωλιά. Κάθε άνοιξη νάτος και έρχεται στην ίδια πάντα θέση. Κάνει τα αυγά του και όταν σκάσουν  και βγουν τα πουλιά, τα ταϊζει μαζί με την πελαργίνα στο στόμα . Μετά, όταν μεγαλώσουν λίγο  πετάει πάνω από το χωριό, τα παίρνει στα φτερά του, τα μαθαίνει να πετούν και να βρίσκουν την τροφή τους. Γεμίζει ο τόπος κοτσιλιές αλλά κανείς δεν τα πειράζει".
'Ενα αεροπλάνο, που πέταξε χαμηλά,  διέκοψε την κουβέντα τους.
Τα παιδιά σηκώθηκαν όρθια και κοιτάζοντας ψηλά κουνούσαν τα χέρια τους και φώναζαν Ο Ο !  Ε Ε!
Εκείνο έκανε ένα κύκλο πάνω από το χωριό και ύστερα χάθηκε πέρα από το βουνό.



Ξεχάστηκαν. Ο ήλιος είχε φτάσει ψηλά. Είχε μεσημεριάσει για τα καλά. Πείνασαν  και αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω.
Πριν φύγουν μάζεψαν λίγες πέτρες γυαλιστερές και πλακουδερές για ενθύμιο. Με μεγαλύτερες έγραψαν στο χώμα :  "ΔΙΑΤΗΡΕΙΤΕ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΜΑΣ ΚΑΘΑΡΟ".
Ύστερα έκαναν την έκπληξη.Έβγαλαν από τη σακούλα το κουτί με την κόκκινη μπογιά και έβαψαν τις πέτρες για να φανεί καλύτερα η γραφή.
Ήπιαν νερό από τη βρυσούλα, πέρασαν με προσοχή την αερογέφυρα, κατέβηκαν τα σκαλιά της, πήραν τα ποδήλατα και δίνοντας υπόσχεση  για την αυριανή συνάντηση,  το κάθε ένα έτρεξε για το σπίτι του.
Στο σπίτι μοσχομύριζε το φαγητό.΄Ηταν ο ...κόκορας του οποίου, ευτυχώς, δεν πρόλαβαν να δουν τη" δολοφονία ".





Paintings from: Bebouit Philippe, ,Carol Clark,Fineart America,Pemtoysia


Δεν υπάρχουν σχόλια: