Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

Στο πατρικό της μαμάς.






 H οικογένεια ανέβηκε στη βεράντα. Η γιαγιά κατέφθασε με το δίσκο με  το λευκό πετσετάκι. Πρόσφερε  σ΄όλους γλυκό του κουταλιού κεράσι, σερβιρισμένο σε μικρά  κομψά γυάλινα πιατελάκια του παλιού καιρού.

 ΄Ηπιαν δροσερό νερό και έπιασαν για λίγο την συζήτηση. Μίλησαν για την επίδοση των παιδιών στο σχολείο, τις δραστηριότητές τους, την εργασία του μπαμπά και της μαμάς, για την υγεία του παππού και της γιαγιάς και για τους συγγενείς.
Ένα βιαστικό, χαρωπό χελιδόνι, φτερούγισε στη βεράντα ψηλά κόβοντας την κουβέντα στη μέση.΄Ολοι έστρεψαν το βλέμμα τους.


"Έχει τη φωλιά του εκεί !" είπε η γιαγιά δείχνοντας  με τα μάτια της το σημείο. 

- Δεν την χαλάω . Την αφήνω εκεί κάθε χρόνο να την βρίσκουν όταν έρχονται την Άνοιξη.Την έχω για γούρι.

Η γιαγιά, τα φύλαγε  όλα στη θέση τους. Λες και  δεν ήθελε να αλλάξει τίποτα. Λες κι αν μετακινούσε  ή πέταγε κάτι, κάτι θα ξεκολλούσε και από την καρδιά της.

Ένας αγώνας γινόταν μέσα της. Ο χρόνος κυλούσε και τα άλλαζε, και της τα ΄παιρνε, μα η θέλησή της,   η ανάγκη και  η επιθυμία της ψυχής της, της τα' φερνε  πάλι πίσω. Τα κρατούσε  τότε όλα  ακίνητα να στερεωθούν  καλά στη μνήμη της,  να μην τα ξεχάσει, για να μην τα χάσει...

-Ελάτε τώρα, πάμε μέσα. 

Πέρασαν στο σπίτι . 
- Μμμ " μυρίζει σπίτι πατρικό "είπε η μαμά.
Στο χωλ η παλιά βιβλιοθήκη της μαμάς ,απείραχτη.
Η μαύρη ξύλινη  σιφινιέρα, με φωτογραφίες των παιδιών και των εγγονιών, και το παλιό ρολόι.
 Στον ένα τοίχο ο παλιός, σκαλιστός, βαρύς καθρέφτης και ακριβώς από κάτω η  αράχνη, από τα αγαπημένα φυτά της γιαγιάς, απλωμένη σαν αριστοκράτισσα.
Στον απέναντι  τοίχο ο φίκος  είχε μεγαλώσει. Κόντευε να φτάσει το ταβάνι.
Στη σάλα το τραπέζι στρωμένο με  κοφτό τραπεζομάντηλο και  το κρυστάλλινο ανθοδοχείο γεμάτο με φρέσκα λουλούδια. Στα παράθυρα κρέμονταν άσπρες κουρτίνες με υπέροχο σχέδιο κεντημένο στη μηχανή.
 Στους τοίχους, σε μόνιμη θέση,  οι φωτογραφίες των προπαππούδων σε παλιακές καφέ κορνίζες και  πιο κει τα δυο οβάλ καδράκια  με τις παπαρούνες, κεντημένα από τη μαμά όταν ήταν μικρή.
Στις δυο απέναντι γωνίες, οι ξύλινες παραδοσιακές ανθοστήλες με τα μακριά πόδια. Δίπλα οι πολυθρόνες καμαρωτές με τα πλεκτά εργόχειρα στις πλάτες και τα μπράτσα τους.
Το μωσαϊκό με τις πολύχρωμες ψηφίδες αστραφτερό.
Πέρασαν στην κουζίνα. Το τζάκι στην άκρη καθαρό με ένα ωραίο,  κεντητό, καλοκαιρινό τζακόπανο. 
΄Ηταν κι αυτό γεμάτο με φωτογραφίες. Στον τοίχο του, κρεμασμένο και γυαλισμένο το παλιό μπρούτζινο σινί.
 Το τραπέζι  έτοιμο, στρωμένο  με λευκό  υφαντό τραπεζομάντηλο και ασορτί πετσέτες.
 Η μητέρα βοήθησε τη γιαγιά στην ετοιμασία του τραπεζιού. Έκοψε το ψωμί και ετοίμασε τη σαλάτα. Έβγαλαν και φρέσκο τυρί και ελιές.
 Ο παππούς και ο πατέρας πήγαν να πιάσουν κρασί από το βαρέλι, ενώ τα παιδιά είχαν ήδη πιάσει τις θέσεις τους στο τραπέζι.
Όπως πάντα το φαγητό της γιαγιάς ήταν λουκούμι. Κατσικάκι με πατάτες και χορτόπιτα.
Όλα  ψημένα στο φούρνο της αυλής. Η γιαγιά έψηνε τα φαγητά εκεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Κυρίως στις γιορτές, όταν έρχονταν τα παιδιά της ή γνωστοί και συγγενείς από μακριά ή ξένοι επισκέπτες.
Τα παιδιά έφαγαν με όρεξη και παίνεψαν τη γιαγιά για το φαγητό αλλά και για το ζυμωτό ψωμί της.
Μετά το φαγητό η γιαγιά έφερε στο τραπέζι κεράσια και γιαούρτι με μέλι. Παρότρυνε τα παιδιά να τρώνε σαλάτες και φρούτα που έχουν βιταμίνες και να πίνουν μπόλικο γάλα.
" Φάτε, φάτε παιδιά μου," έλεγε συνέχεια. Εμάς εδώ  όλα είναι αγνά. Τα κρέατα είναι ντόπια, υγιεινά, και τα λαχανικά όλα από τα περιβόλια μας, αλίπαστα, μόνο με κοπριά.
Ο παππούς βρήκε την ευκαιρία να πιεί κι ένα ποτήρι παραπάνω με τη δικαιολογία ότι ήρθαν τα παιδιά του.΄Εκανε κέφι, και από τη χαρά του, έπιασε το τραγούδι.


" Φέξε μου φεγγαράκι μου "             
Τραγουδά Ο Θανάσης Καμπαφλής, κλαρίνο ο Βασίλης Σκαλιώτης, βιολί ο Αλέκος Αραπάκης, τουμπερλέκι ο ( Μπάρμπα Μαθιός ), Κατράκος λαούτο και σαντούρι ο Νίκος Καρατάσος!                                                               video ampelaki1960

"Το απόγευμα  να σφάξεις τον κόκορα για να  φάνε αύριο τα παιδιά"  είπε στη γιαγιά και σήκωσε πάλι το ποτήρι .

- Άντε στην υγειά μας, καλωσορίσατε παιδιά μου και καλή μας χώνεψη.
- Στην υγειά μας . Καλώς σας βρήκαμε πατέρα.
Η μαμά  κοιτούσε τους γονείς της και πίστευε ότι είχαν μείνει  ίδιοι. Η αλήθεια είναι ότι ήταν πράγματι καλοστεκούμενοι. Το μόνο που θύμιζε τον χρόνο που περνούσε, ήταν το κεφάλι τους που άρχιζε να έχει πιο πολλά χιόνια.
Κάθε φορά που ερχόταν στο πατρικό της θαρρείς πως γίνονταν  παιδί. Η ψυχή της αλάφρωνε καθώς ανέπνεε τον καθαρό  αέρα  του βουνού, αυτόν  των παιδικών της χρόνων και της εφηβείας, τον απαλό αέρα της ασφάλειας, της  τρυφεράδας, της αγάπης, της oικειότητας , της απλότητας ακόμη και αυτόν της οικογενειακής ιδιοκτησίας , της ρίζας... 
Έφερε στο στόμα της  το τραγούδι που άκουγε παλιά από το δίσκο του πικ απ.


Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος

Ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Σταύρος Ξαρχάκος

Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος

Τραγούδι: Νάνα Μούσχουρη


Κάθε φορά που έσμιγαν όλοι μαζί, το σπίτι έμοιαζε με κιβωτό.΄Ηταν όλοι  και όλα εκεί. Δεν έλειπε κανείς και τίποτα...






 Painting from : http://davifinearts.com//


Δεν υπάρχουν σχόλια: