Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Σήμερα μαύρος ουρανός...



                    
Κάθε  χρόνο τη Μεγάλη  Πέμπτη το  απογευματάκι,  η μαμά έκοβε άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα,  βιολέτες, σύριγγες, γιασεμιά και πασχαλιές από την αυλή μας αλλά και από τους κήπους της γειτονιάς. 
Τα έβαζε στο νερό όλο το βράδυ και τη Μεγάλη Παρασκευή νωρίς το πρωί μαζί με τον πατέρα  έδεναν τα λουλούδια προσεκτικά με  λεπτά  σύρματα ή σπάγγο, γύρω από το  μικρό ξύλινο σταυρό μου και τον στόλιζαν ωραία.
Η γιαγιά,  εκείνη την ώρα γύριζε από την εκκλησία. Μετά τη σταύρωση καθόταν εκεί  μέχρι τα ξημερώματα μαζί με  τις άλλες γυναίκες, όπως ακριβώς κάθονται στις κηδείες, ενώ οι νέες κοπέλες στόλιζαν τον επιτάφιο.  

Μόλις ξυπνούσα  το πρωί, πλενόμουν, έπινα το τσάι μου, έβρεχα τα μαλλιά μου και  χτενιζόμουν. ΄Υστερα φορούσα τα καλά μου ρούχα, τα πασχαλιάτικα καινούρια παπούτσια μου, έπαιρνα το σταυρό μου και... 

" Για πες τώρα το τραγούδι να δούμε το θυμάσαι ;" 
  Tότε έστρεφα το βλέμμα μου στη γιαγιά σαν να περίμενα τη δική της έγκριση για να ξεκινήσω.  Η γιαγιά  με κοίταζε με τα μικρά , κόκκινα μάτια της και μου έλεγε: "΄Αντε παιδάκι μ΄. Μη ντρέπεσαι. Να το πεις όπως στο΄χω μάθει εγώ."
Εγώ της χαμογελούσα, κουνούσα καταφατικά το κεφάλι μου και έκανα την πρόβα.
Η μαμά μου μου έδινε ένα φιλί και ο πατέρας μου΄βαζε στο χέρι μου μερικές δραχμές. 
Έβγαινα τρέχοντας να βρω τους φίλους μου και ξεχυνόμασταν στις γειτονιές. 
Οι δρόμοι γέμιζαν με  αγόρια όλων των ηλικιών.
Καθένας καμάρωνε και επιδείκνυε το σταυρό του που μοσχομύριζε!  
Σε κάθε σπίτι ψέλναμε :
" Σήμερα μαύρος ουρανός σήμερα μαύρη μέρα
  σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται..."
  ΄Ολοι οι νοικοκυραίοι, μας εύχονταν και του χρόνου, καλό Πάσχα, καλή πρόοδο και μας φίλευαν. 
Κατά το μεσημεράκι γύριζα στο σπίτι. Μετρούσα τα χρήματα που είχα μαζέψει και περιτριγύριζα μαζί με την αδελφή μου τη γιαγιά να μας το πει όλο το τραγούδι.
Η γιαγιά  τότε έπαιρνε θέση, έφτιαχνε το κεφαλομάντηλό της, ίσιαζε τη ρόμπα της έστρωνε την ποδιά της,  έκανε το σταυρό της και άρχιζε να ψέλνει. 
 Που και που βούρκωναν τα μάτια της και τα σκούπιζε με το γκρι καρώ μαντηλάκι της.








" Σήμερα μαύρος ουρανός σήμερα μαύρη μέρα

  σήμερ΄αποχωρίζουνε το γιο απ΄τη μητέρα.
Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται
σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κι' οι τρισκαταραμένοι
για να σταυρώσουν το Χριστό, των Πάντων Βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνον μυστικόν να τον συλλάβουν όλοι.
Κι' η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.
Φωνή τους ήρθ' εξ Ουρανού κι απ' Αρχαγγέλου στόμα:
- Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουν και οι μετάνοιες,
το γυιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τυραγνάνε.
-Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.
Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτάχνει πέντε.
- Συ Φαραέ, που τά 'φτιασες πρέπει να μας διδάξεις.
- Βάλε τα δυο στα χέρια του και τ' άλλα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλε το στην καρδιά του,
να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.
Κι' η Παναγιά σαν τ΄άκουσε έπεσε και λιγώθη,
σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
για να της ερθ' ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.
Κι' όταν της ηρθ' ο λογισμός, κι' όταν της ηρθ' ο νους της,
ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,
ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.
- Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες
Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες.
Λάβε, κυρά μ' υπομονή, λάβε, κύρά μ' ανέση.
- Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,
που έχω γυιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.
Κι' η Μάρθα κι' η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδερφή, κι' οι τέσσερες αντάμα,
επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.
- Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.
Κι' η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,
τηράει δεξιότερα βλέπει τον Αϊ Γιάννη,
'Αγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιου μου,
μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλόν σου;
- Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τόνε δείξω.
Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Αυτός είναι ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!
Κι' η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον αγκαλιάζει.
- Δε μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;




- Τι να σου πω, Μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις·
μόνο το μέγα-Σάββατο κατά το μεσονύχτι,
που θα λαλήσει ο πετεινός και σημάνουν οι καμπάνες,
τότε και συ, Μανούλα μου, θάχεις χαρά μεγάλη!
Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα Ουράνια,
σημαίνει κι' η Άγια Σοφία με τις πολλές καμπάνες.
Όποιος τ' ακούει σώζεται κι' όποιος το λέει αγιάζει,
κι' όποιος το καλοφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει,
Παράδεισο και λίβανο απ' τον Άγιο Τάφο."


΄Οσο κρατούσε αυτή η μελοποιημένη διήγηση της γιαγιάς, η αδελφή μου κι εγώ δεν παίρναμε τα μάτια μας από πάνω της μέχρι να τελειώσει.

Είχαμε μάθει απ΄έξω σχεδόν το μισό αλλά κάθε χρόνο θέλαμε να το ακούσουμε ξανά παρόλο που στο νου μας έρχονταν θλιβερές εικόνες του Χριστού που μας έφερναν λύπη.
- Μην κουράζετε άλλο τη γιαγιά . Έμεινε ξάγρυπνη χθες βράδυ για να στολίσει μαζί με τις άλλες γυναίκες τον επιτάφιο. Αφήστε τη να  ξεκουραστεί λιγάκι.

- Θα μας πάει να προσκυνήσουμε τον επιτάφιο το απόγευμα;
-  Βέβαια. Το βράδυ θα σας έχω έτοιμα και τα φαναράκια σας για να συνοδέψουμε όλοι  μαζί το Χριστό μας.




Δεν υπάρχουν σχόλια: