Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Ευλογημένος ο ερχόμενος ...



Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυ­ρίου».







Σύμφωνα με το χρστιανικό εορτολόγιο καθιερώθηκε να ονομάζεται Κυριακή των Βαΐων, ή Κυριακή του Λαζάρου, ή Κυριακή Βαϊοφόρος, η προηγούμενη Κυριακή της εορτής τηςΑνάστασης

Από την Κυριακή των Βαΐων αρχίζει ουσιαστικά η λεγόμενη Μεγάλη Εβδομάδα ή Εβδομάδα των Παθών. Κατά την ημέρα αυτή εορτάζεται η ανάμνηση της θριαμβικής εισόδου του Ιησού Χριστού στα Ιεροσόλυμα όπου, κατά τους συγγραφείς των Ιερών Ευαγγελίων, οι Ιουδαίοι τον υποδέχθηκαν κρατώντας βάια ή βάγια (κλάδους φοινίκων) και απλώνοντας στο έδαφος τα φορέματά τους ζητωκραύγαζαν «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».


Κατά τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού η εορτή της ανάμνησης αυτής τελούταν μαζί με την ανάσταση του Λαζάρου που αργότερα η δεύτερη μετατέθηκε κατά μία ημέρα πριν το λεγόμενο Σάββατο του Λαζάρου.
Σήμερα η Κυριακή αυτή τόσο στην Ανατολική όσο και στη Δυτική Εκκλησία θεωρείται ως αρχή των Αγίων Παθών. Παρά το χαρμόσυνο χαρακτήρα της, αρχικά η κατάλυση ψαριών, λαδιού και κρασιού την ημέρα αυτή θεωρήθηκαν ασυμβίβαστα προς την ιερότητα της Μεγάλης Εβδομάδας και της ακολουθούμενης νηστείας,(Μεγάλη Τεσσαρακοστή), προσαρμόζοντας αυτή ανάλογα.
Η παραπάνω ανάμνηση τιμάται ιδιαίτερα με εξέχουσα υμνολογία και μεγαλοπρεπή λειτουργία στο τέλος της οποίας διανέμονται βάγια που έχουν προηγουμένως ευλογηθεί κατά την ακολουθία του όρθρου.

Έθιμα αναπαράστασης
Σημειώνεται ότι στις πρώτες εκκλησίες εορταζόταν η μνήμη αυτή με αναπαράσταση του γεγονότος. Συγκεκριμένα στους Αγίους Τόπους κατά τον 4ο αιώνα ο επίσκοπος ξεκινώντας με πομπή από το Όρος των Ελαιών εισερχόταν σταΙεροσόλυμα επί «πώλου όνου» περιστοιχιζόμενος από τον κλήρο ενώ οι πιστοί προπορευόταν κρατώντας κλάδους φοινίκων.
Στους δε βυζαντινούς χρόνους τελούνταν ο λεγόμενος «περίπατος του Αυτοκράτορα» όπου η πομπή ξεκινούσε από τα ανάκτορα στην οποία συμμετείχε ο αυτοκράτορας κρατώντας την εικόνα του Χριστού πλαισιωμένος από το ιερατείο όπου και κατέληγε στην Αγιά Σοφιά. Της αυτοκρατορικής αυτής πομπής προηγούνταν ο λαμπαδάριος ο οποίος έψελνε «Εξέλθατε έθνη και θεώσασθε σήμερον τον βασιλέα των ουρανών…».
Κυριακή των Βαΐων στη Μόσχα με συμμετοχή του Τσάρου Αλέξανδρου Β'
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Βαλσαμώνα στο τέλος της εορτής αυτής ο μεν Αυτοκράτορας διένειμε ιδιόχειρα βάγια και σταυρούς, ο δε Πατριάρχης κεριά για την Μεγάλη Εβδομάδα.
Το βυζαντινό αυτό έθιμο παρέλαβαν και τηρούσαν με ευλάβεια και οι Τσάροι της Ρωσίας τους οποίους ακολουθούσε ο κλήρος ξεκινώντας από το Κρεμλίνο και καταλήγοντας στο μητροπολιτικό ναό.
Στην Ελλάδα αντ΄ αυτών διατηρείται μόνο η διανομή των βαγιών από τους ιερουργούς των εκκλησιών.
Κατά το Μεσαίωνα στη Δυτική Εκκλησία υπήρξε ένα περίεργο έθιμο όπου μέσα στην εκκλησία περιαγόταν όνος επί του οποίου φερόταν ομοίωμα του Χριστού.



Πηγή Wikipedia


ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ BAlΩN

Ευλογημένος ο Ερχόμενος
(Εκείνος που έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη, ο γυιός του Θεού και ο Λόγος του ο συναΐδιος, σήμερα τα­πεινώθηκε και ήρθε στη Βηθανία απάνω σ' ένα που­λάρι. Και τα παιδιά των Εβραίων τον υποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, ο βασιλιάς του Ισραήλ».
Οι πολέμαρχοι του κόσμου, σαν τελειώνανε τον πόλεμο και βάζανε κάτω τους οχ­τρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι και καθί­ζανε απάνω σε χρυσά αμάξια για να μπούνε στην πολιτεία τους. Μπροστά πηγαίνανε οι σάλπιγγες κι οι σημαίες κ' οι αντρειωμένοι στρατηγοί και πλήθος στρατιώτες σκεπα­σμένοι με σίδερα άγρια και βαστώντας φονικά άρματα γύρω σ' ένα αμάξι φορτωμένο με λογής λογής αρματωσιές και σπαθιά και κοντάρια παρμένα από το νικημένο έθνος.
Όλοι οι πολεμιστές ήτανε σαν άγρια θηρία σιδεροντυμένα, τα κεφάλια τους ήτανε κλει­δωμένα μέσα σε φοβερές περικεφαλαίες, τα χοντρά και μαλλιαρά χέρια τους ήτανε μα­τωμένα από τον πόλεμο, τα γερά ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα και τεντωμέ­να, σαν του λιονταριού που ξέσκισε με τα νύχια του το ζαρκάδι και τανύζεται με μουγκρητά και φοβερίζει τον κόσμο. Ύστερα ερχότανε το χρυσό τ' αμάξι του πο­λεμάρχου, που καθότανε σ' ένα θρονί πλου­μισμένο μ' ακριβά πετράδια, περήφανος, ακατάδεχτος, φοβερός, που δεν μπορούσε να τον αντικρύσει μάτι δίχως να χαμηλώσει και βα­στούσε το τρομερό σκήπτρο του, που κάθε σάλεμά του ήτανε προσταγή, δίχως ν' ανοίξει τα στόμα του αυτός που το κρατούσε.
Άλο­γα ανήμερα, ήτανε ζεμένα σ' αυτά τ' αμάξι, με λουριά χρυσοκεντημένα με γαϊτάνια και περπατούσανε κι αυτά καμαρωτά και περή­φανα σαν τους ανθρώπους. Ένα κορίτσι έμορ­φο σαν νεράιδα, μεταξοντυμένο, βαστούσε ένα χρυσό στεφάνι απάνω από το κεφάλι του νικητή, κι άλλα κορίτσια κι αγόρια ρίχνανε λιβάνια κι άλλα μυρουδικά σε κάποια με­γάλα θυμιατήρια όμοια με μανουάλια.
Από πίσω έρχόντανε οι σκλάβοι άντρες και γυ­ναίκες κι όποιοι ήτανε άρρωστοι και λαβω­μένοι, τους σέρνανε και τους χτυπούσανε οι στρατιώτες. Όση δόξα είχανε αυτοί που πηγαίνανε μπροστά, άλλη τόση καταφρόνε­ση και δυστυχία είχανε όσοι ακολουθούσανε από πίσω. Αυτοί ήτανε δεμένοι με σκοινιά και μ' αλυσίδες, πολλοί πιστάγκωνα, κουρε­λιασμένοι, πληγιασμένοι, κίτρινοι σαν πεθα­μένοι από τα μαρτύρια κι από την αγρύ­πνια. Πολλοί ήτανε μισόγυμνοι κ' οι πλά­τες τους ήτανε μελανιασμένες από το βούνευρο. Ανάμεσά τους ήτανε γυναίκες, παρθέ­νες ντροπιασμένες, κλαμένες μανάδες με αθώα μωρά στην αγκαλιά τους, γρηές που βαστούσανε τα εγγόνια τους από το χέρι, όλες κατατρομαγμένες σαν τα αρνιά που τα πάνε στον μακελάρη. Γύρω ο κόσμος έκανε σαν τρελλός και φώναζε και δόξαζε τον νι­κητή κι από πολλά στόματα τρέχανε αφροί. Αλαλαγμός έβγαινε σαν καπνός απ' όλη την πολιτεία. Αυτή την παράταξη τη λέγανε «θρίαμβο».
Έναν τέτοιον θρίαμβο έκανε κι ο Χρι­στός σήμερα, ο άρχοντας της ειρήνης και της αγάπης. Μα, όπως τα άλλαξε όλα και τα έκανε ανάποδα απ’ ό,τι συνηθίζανε οι άνθρωποι, έτσι κι ο θρίαμβος που έκανε, ήτανε θρίαμβος της φτώχειας και της ταπεί­νωσης. Ο Ρωμαίος ύπατος ήτανε καθισμένος απάνω σε θρόνο και σε χρυσό αμάξι, μα ο Χριστός ήτανε καβαλικεμένος απάνω σ' ένα πουλάρι, σ' ένα γαϊδουρόπουλο, πούνε το πιο ταπεινό και καταφρονεμένο ανάμεσα στα ζώα.
Κι' ο ίδιος ήτανε ταπεινός, πράος, ήσυχος, φτωχοντυμένος, κατά την  προφητεία που έλεγε: «Είπατε τη θυγατρί Σιών· Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι πράος και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον, υιόν υποζυ­γίου». Το χέρι του δεν βαστούσε σκήπτρο, αλλά βλογούσε τον κόσμο. Από πόλεμο ερ­χότανε και κείνος, μα έναν πόλεμο πολύ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στην κα­κία και στην ψευτιά και στην υποκρισία και στη φιλαργυρία. Και δεν πήγαινε να ξεκου­ραστεί απ’ αυτόν τον πόλεμο, αλλά πήγαινε ν' αρχίσει άλλον, πιο σκληρόν, και να στεφανωθεί μ' αγκαθένιο στεφάνι και να δαρθεί και να περιπαιχθεί και στο τέλος να καρφωθεί απάνω σ' ένα ξύλο σαν κακούρ­γος.
Δεν ήτανε τριγυρισμένος από αγριεμέ­νους υποταχτικούς, αλλά από άκακους ψα­ράδες, καταφρονεμένους σαν και κείνον. Κι ούτε έσερνε από πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, αλλά ανθρώπους που τους ελευ­θέρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου και πεθαμένους που αναστηθήκανε από τη φωνή του. Σάλπιγγες και τούμπανα δεν φωνάζανε για να τον δοξάσουνε, αλλά παιδιά αθώα που συμβολίζανε την απλότητα που έχουνε οι χριστιανοί και που φωνάζανε «Ευλογη­μένος ο ερχόμενος» και κρατούσανε αντί για σημαίες και για μπαϊράκια κλαδιά πράσινα των δέντρων. Κλαδιά χλωρά και ρούχα στρώνανε χάμω για να πατήσει το γαϊ­δούρι και να περάσει. Κι αυτό το βλογημένο πήγαινε με σκυμμένο το κεφάλι, ταπεινό, ανήξερο, σηκώνοντας τον Χριστό που καθότανε πρωτύτερα απάνω στα τρομερά εξαφτέρουγα σεραφείμ που είναι από φωτιά. Δεν αξιώθηκε να τον σηκώσει κανένα χρυσό αμάξι, μητε άλογο άκριβοσελωμένο, μητε καμμιά κούνια που να τη βαστάνε αντρειω­μένοι βαστάζοι, αλλά τον σήκωνε το γαϊ­δούρι. Ποιο μάτι δεν δακρύζει άμα συλλο­γιστεί αυτό το μυστήριο!
Ο Χριστός ανα­ποδογύρισε όσα είχε για σωστά και για α­ληθινά ο αμαρτωλός ο άνθρωπος. Ποιος όμως είναι σε θέση να νοιώσει την ελευθερία που μας έφερε και να ακολουθήσει το που­λάρι με το σκοινένιο καπίστρι κι όχι τ' αφρισμένα τ' άλογα που χλιμιντράνε καμαρω­τά και να μη μπει στη Ρώμη με τα πολλά τα είδωλα, παρά να μπει μαζί με τον βασι­λιά της ειρήνης στην Απάνω Ιερουσαλήμ;
Πολλοί, που είναι σοβαροί άνθρωποι, θα πούνε πως δεν τα καταλαβαίνουνε αυτά και πως τα παιδιά παιδιακίζουνε κ' οι άντρες αντρειεύουνται. Τα ίδια λέγανε κ' οι αρχιε­ρείς κ' οι σπουδασμένοι. «Ιδόντες δε οι αρχιερείς και γραμματείς τα θαύματα α εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας: Ωσαννά τω υιω Δαυίδ, ηγανάκτησαν και είπον αυτώ: Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν; Ο δε Ιησούς λέγει αυτοίς: Ναι· ουδεποτε ανέγνωτε ότι «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον;» Και καταλιπών αυτούς εξήλθεν έξω της πό­λεως». Οι αρχιερείς κ' οι γραμματείς διαβάσανε τον ψαλμό του Δαυίδ που έλεγε πως θα προϋπαντήσουνε τον Χριστό τα νήπια και δεν πιστέψανε ωστόσο σ' αυτόν που υμνολογούσανε. Αμή εμείς που διαβάσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο και τον ψαλμό κι αυτά που είπε ο Χριστός στους Εβραίους, δεν θα κριθούμε πιο αυστηρά αν δεν τον πιστέψου­με; Η ματαιότητα κ' η περηφάνεια μάς κάνουνε να μην καταδεχόμαστε να παμε μαζί με τη φτωχή συνοδεία του, ντρεπόμα­στε να ακολουθήσουμε ένα αρχηγό που πάει καβαλικεμένος απάνω σ' ένα γαϊδούρι. Τα ταπεινά, τα φτωχικά, δεν τα θέλουμε. Μα μπορεί να γίνει χριστιανός όποιος δεν α­γαπά αυτά που αγάπησε ο Χριστός;
Χθες, Σάββατο, ανάστησε έναν πεθαμένο άνθρωπο, τον Λάζαρο. Ποιος ήτανε αυτός ο Λάζαρος; Κανένας επίσημος άνθρωπος, κανένας τρα­νός; Ο Λάζαρος ήτανε φτωχός, χωριάτης, κι όπως λέγει το Ευαγγέλιο, ήτανε φίλος του Χριστού, που είχε φίλους όλους τους ανθρώπους. Έναν φίλο σημειώνει το Ευαγ­γέλιο πως είχε ο Χριστός στον κόσμο, κι αυτός ήτανε φτωχός κι αγράμματος. Μα ποιος από μας αγαπά αυτή την πλούσια φτώχεια του Χριστού; Απ' όπου λείπει ο Χριστός, εκεί είναι η φτώχεια η αληθινή, όπως απ’ όπου λείπει ο Χριστός λείπει κ' η ζωή η αληθινή και βασιλεύει ο θάνατος. Αυτό θα το καταλάβεις καλότατα αν γυρί­σεις και δεις γύρω σου κι ακουμπήσεις το κεφάλι σου και συλλογιστείς. Πού είναι εκείνοι οι Ρωμαίοι κ' οι παντοδύναμοι αφέν­τες που κάνανε τους θριάμβους οπού ιστορήσαμε πρωτύτερα; Τι γινήκανε κι αυτοί κι οι μυριάδες που τους προσκυνούσανε και που γονατίζανε μπροστά τους σαν τα καλά­μια που τα γέρνει ο βοριάς; Ποιος τους φέρ­νει στον νου του εξόν κάποιοι που γράφουνε τα ιστορικά εκείνου του καιρού; Κορμιά, ψυχές, θρονιά, διαμαντόπετρες, άλογα, περηφάνειες, φοβέρες, φωνές,   όλα  πέσανε σ' έναν λάκκο και χαθήκανε και σβύσανε σαν να μη γινήκανε ποτές. Και τι απόμεινε από όλα τούτα στις καρδιές των ανθρώπων; Τί­ποτα κι ακόμα πιο λίγο από τίποτα.  
Πλην ο άνθρωπος είναι άπιστος ακόμη και σ' αυτά που βλέπει και  σ' αυτά που πιάνει με τα χέρια του και τραβά τον δρόμο  που τραβή­ξανε και κείνοι  και σέρνει με  ευχαρίστηση το άρμα του Νέρωνα, γιατί  είναι   «νεύρον σιδηρούν ο τράχηλός του». Τ' αυτιά του εί­ναι σφαλιχτά σε Κείνον που λέγει:   «Εγώ ειμί Θεός πρώτος  και εις τα επερχόμενα εγώ ειμί. Εγώ  βοσκήσω  τα  πρόβατά μου και εγώ αναπαύσω  αυτά».  Εκείνος  που καθότανε απάνω στο γαϊδούρι, εκείνος είναι ζωντανός μέσα στις απλές ψυχές στον αιώνα κ' είναι για δαύτες θροφή, πηγή αθανασίας, χαρά και αγαλλίαση, κατά τον λόγο που λέ­γει : «Ευφρανθήσεται καρδία ζητούντων τον Κύριον». Ναι, όποιος ένοιωσε τη χαρά του Χριστού, είναι σαν τον πεθαμένο που αναστή­θηκε. Στον κόσμο υπάρχουνε πονεμένοι λογής λογής.   Όσοι πονάνε  στο   κορμί και στην ψυχή κι ο πόνος  τους  καθαρίζει και τους πηγαίνει στον Θεό, αυτοί είναι οι αγα­πημένοι του Χριστού  και  περπατάνε  στη στράτα του με το  φως του  το παρηγορη­τικό. Οι άλλοι υποφέρουνε άγονα.   Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος  γράφει  στους  Κορινθίους:   «Νυν  χαίρω,  ουχ ότι  ελυπήθητε, αλλ' ότι  ελυπήθητε  κατά  Θεόν,   ίνα  εν μηδενί ζημιωθήτε  εξ ημών.  Η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν  εις σωτηρίαν  αμεταμέλητον κατεργάζεται·  η  δε  του  κόσμου λύπη  θάνατον   κατεργάζεται».   Γι' αυτούς που ελπίζουνε   στον Θεό,  δεν  μετάλλαξε ο Χριστός τον άγονον ίδρωτά τους  σε ιδρώτα σωτηρίας, «ιδρώτα ιδρώτι», αλλά  θρηνούνε και πονάνε παντοτινά σαν τους  ειδωλολάτρες, σφαζόμενοι με τα μαχαίρι της μοίρας. Γι' αυτούς δεν άλλαξε ο Χριστός τον ιδρώτα της αγωνίας τους σε ιδρώτα της προσευχής και της ελπίδας. Όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό και στο Ευαγγέλιο, είναι πεθαμένος, αφού δεν υπάρχει αληθινή ζωή μέσα του. Γιατί ζωή δεν θα πει να ανασαίνεις και να περπατάς και να τρως  και να πίνεις, αλλά να νοιώθεις τη χάρη της αθανασίας. Τότε θα μπορείς να ψάλλεις μαζί με τον υμνωδό τούτο το εξαίσιο απολυτίκιο:
«Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός. Όθεν και ημείς, ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες, σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν. 
ΚΙΒΩΤΟΣ
ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΤΟΣ Β’ ΜΑΡΤΙΟΣ 1953 ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 15
http://www.impantokratoros.gr/skn/spacer.gif


Διατηρήσαμε την ορθογραφία της εποχής




Το βάεμαν. Ένα ποντιακό έθιμο της Κυριακής των Βαϊων.
                            Από το Θ. Ρωμανίδη


24 Απριλίου 2013



Ένα Ποντιακό Έθιμο την Πέμπτη 25 Απριλίου ο Σύλλογος Ποντίων για τα μέλη του. Σε άρθρο του ο Πρόεδρος του Συλλόγου Θόδωρος Ρωμανίδης αναφέρει:



Το απόγευμα του Σαββάτου του Λαζάρου σε ορισμένες περιοχές του Πόντου τα παιδιά κρατώντας ένα ανθισμένο κλαδί λεύκας και ένα καλαθάκι για να βάζουν μέσα τ” αυγά που θα μάζευαν, γυρνούσαν τα σπίτια ψάλλοντας την Ανάσταση του Λαζάρου και οι νοικοκυρές τους έδιναν κουλούρια, « κερκέλια », που τα περνούσαν σε σχοινί η στο κλαδί της λεύκας, αλλά και αυγά.

Στα περισσότερα όμως μέρη του Πόντου το « βάεμαν » γινόταν την Κυριακή μετά την εκκλησία.
Στα Κοτύωρα τα παιδιά έψελναν και έλεγαν:


Βάι-βάι των Βαγιών

σέν” κερκέλ” κι εμέν ωβόν.


Στο καλαθάκι με τα βάγια που κρατούν, οι νοικοκυρές τους βάζουν αυγά, σακιαρλαμάδες , παράδες ή σπανιότερα και κανένα μαντίλι. Τα κερκέλια (κουλούρια) περνιόνταν σε σπάγκο και τα έβαζαν σαν περιδέραιο στο λαιμό τους η η μια άκρη του ήταν δεμένη πίσω στη μέση των παιδιών και η άλλη ελεύθερη. Κάθε κουλούρι που περνούσε από το σπάγκο πήγαινε έτσι πίσω στην πλάτη του παιδιού.

Στη Σάντα το Σάββατο του Λαζάρου τα παιδιά γύριζαν στα σπίτια ψάλλοντας την ανάσταση του Λαζάρου και οι νοικοκυρές τα φίλευαν με βρασμένες ρόκες και ξερά φρούτα (λεπτοκάρυα, καρύδια, τσίρια). Το έθιμο αυτό μετά το 1900 είχε λησμονηθεί.


Τη ίδια ημέρα του Λαζάρου κάθε νοικοκυρά ετοίμαζε «κερκέλια» δηλ κουλούρια από σταρένιο αλέυρι, λίγο χονδρότερα από αυτά της αγοράς, χωρίς σουσάμι, το οποίο ήταν άγνωστο στην Σάντα.

Τα παιδιά ετοίμαζαν ένα κλαδί Βαϊου (ποικιλία λέυκης) ανθισμένο, ένα καλαθάκι για να βάζουν μέσα τ” αυγά που θα μάζευαν και ένα κομμάτι σπάγκο για να περάσουν τα «κερκέλια» τους.
Την Κυριακή των Βαϊων, μετά την Εκκλησία, έπαιρναν ένα «κερκέλ» από την μάνα τους , διπλάσιο σε μέγεθος ειδικά καμωμένο για γούρι και γύριζαν όλα τα σπίτια τραγουδώντας:


«Θεία, θεία των Βαϊων,

δος κερκέλ, κι’ εμέν δος ωβόν»


«δηλ. θεία σήμερα είναι των Βαΐων, στους άλλους δώσε κερκέλ και σε μένα αυγό»



Κάθε νοικοκυρά ανάλογα με την οικονομική της κατάσταση, τις συμπάθειες, την συγγένεια, έδινε η αυγό η κερκέλ. Στον δρόμο συναντώντας τα άλλα παιδιά ρωτούσαν « Πόσα ωβά εποίκες ;».( δηλ. πόσα αυγά μάζεψες ;)



Έτσι περνούσαν την μέρα εκείνη γεμάτα χαρά. Και τα μεν κερκέλια τα έδινα στους γονείς τους τα αυγά όμως τα φύλαγαν για να τσουγκρίσουν την Λαμπρή.

Στην Φάτσα, το έθιμο αυτό λεγόταν «τσιγκούλια». Τα «τσιγκούλια» ήταν έθιμο του Σαββάτου του Λαζάρου. Εκεί τα παιδιά γυρνούσαν τα σπίτια και προσέφεραν στις νοικοκυρές τσιγκούλια (δηλαδή βρασμένους σπόρους καλαμποκιού) και δέχονταν ως δώρο κερκέλια και αυγά.


Κατά την είσοδο τους στα σπίτια τραγουδούσαν:

«Βάϊ Βάϊ των Βαϊων τρώμεν ψάριν και χαμψίν
και τα’ απάν την Κερεκήν τρώμε κόκκινον ωβόν»
Στην περιοχή της Ματσούκας τα παιδιά τραγουδούν::
«Βάια βάια το βαϊ, τρώμε οψάρα και χαμψίν
και τ” απάν την Κερεκήν τρώμε βούτορον, τυρίν»
Μερικές φορές «εβαεύαν» και μερικοί άνδρες, έτσι για να γελάσουν.


Μια χρονιά ο αγωγιάτης ο Γιάννες ο κουφόν φορτώθηκε έναν ταε κάλαθον ( το πιο μεγάλο καλάθι) για να βάλει τα αυγά που θα μάζευε πήρε και ένα σχοινί , από εκείνα που φόρτωνε το άλογο, για να περάσει τα κερκέλια, έδωσε την άλλη άκρη στον Λάμπον τον Τζάτζον και γύριζαν τα σπίτια. Οι νοικοκυρές βλέποντας το καλάθι και το σχοινί στη αρχή τα έχαναν, ύστερα όμως έσκαγαν στα γέλια.

Από το έθιμο αυτό προέρχονται οι λέξεις «Βαεύω « και βάεμαν», που μεταφορικά και ειρωνικά λέγονται για κείνους που κάνουν πολλές επισκέψεις.
Λέγεται ότι ο φτωχός Λάζαρος ζητιάνεψε αλεύρι και με αυτό έκανε τα κερκέλια και τα μοίρασε στα φτωχά παιδιά που πεινούσαν. Μια άλλη εκδοχή θέλει τα κερκέλια να είναι το πρώτο φαγητό που έφαγε ο Λάζαρος μετά την Ανάστασή του από τον Κύριο.


Πηγές: Ποντιακή Εστία, εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού.



Συνταγή για «κερκέλια»

• 2 ποτήρια νερό
• 1 ποτηράκι του καφέ ζάχαρη
• 1 ποτηράκι του καφέ λάδι
• 1 κομματάκι μαγιά (περίπου σαν σπιρτόκουτο)
• ¼ κουτ γλυκού η λίγο αλάτι
• αλεύρι, όσο πάρει ώστε να μην κολλάει η ζύμη στα χέρια.
1. Σε μια λεκανίτσα διαλύουμε στο νερό, θερμοκρασία δωματίου, την μαγιά. Προσθέτουμε ζάχαρη και ελαιόλαδο και ανακατεύουμε. Προσθέτουμε αλεύρι και αλάτι και ζυμώνουμε με λαδωμένα χέρια για να έχουμε μια μαλακή εύπλαστη ζύμη. Την αφήνουμε αρκετή ώρα (45 λεπτά) να ξεκουραστεί και να φουσκώσει (τη σκεπάζουμε με μια πετσέτα).
2. Πλάθουμε ελαφρά τη ζύμη, με λαδωμένα χέρια και κόβουμε κομμάτια ζύμης των 25 γραμμαρίων και την πλάθουμε σε κορδόνι και στην συνέχεια ενώνουμε τις άκρες
3. Απλώνουμε τα κουλουράκια σε δίσκο με λαδόκολλα, και τα αφήνουμε σε ζεστό μέρος για 15 λεπτά. για να φουσκώσουν (αφού τα έχουμε σκεπάσει με μια πετσέτα).
4. Τα βάζουμε στο φούρνο στους 200°c και όταν ροδοκοκκινίσουν (περίπου 15 λεπτά) είναι έτοιμα.

Πηγή Χanthi Press

Δεν υπάρχουν σχόλια: