Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

'Οταν ήσουν παιδί



                                                       πίνακας pinterest by 
 Mrs Karen Tarlton



       Δεν το πίστευαν τα αυτιά μου όταν σε άκουσα να τιτιβίζεις γλυκά,  όπως έκαναν τα άλλα παιδιά κάθε μέρα. Η φωνή σου, σήμερα, ήταν γλυκιά, τα ματάκια σου χάντρες  λαμπερές, τα πόδια σου χοροπηδούσαν,  γλιστρούσαν με χάρη στο μωσαϊκό  λες και ήσουν σε παγοδρόμιο. 

Κάθισες στο θρανίο ήρεμη,  με τα χεράκια σου στα μάγουλα και μας  χαμογέλασες. Πρώτη φορά μας κοιτούσες και... μας έβλεπες.  Συνήθως το βλέμμα σου ήταν σαν τζάμι θολό, λες και όλα μέσα σου  ήταν θολά και αόριστα. 
Άκουγες τους συμμαθητές σου χωρίς να διακόπτεις, δεν κουνούσες νευρικά το κεφαλάκι σου, και τα χέρια σου δεν σφίγγανε  το μολύβι, τη γόμα και το τσαλακωμένο τετράδιο.
       Συμφωνούσες με όλους και με όλα,  πρόσεχες, διάβαζες και έγραφες. Οι εκφράσεις στο πρόσωπό σου υπονοούσαν κάτι σημαντικό.
Οι ώρες περνούσαν κι εγώ σε παρατηρούσα διακριτικά.
        Κοιτούσες συνέχεια  έξω από το παράθυρο και όταν το πρώτο λεωφορείο της γραμμής έφτασε, πετάχτηκες τρέχοντας έξω στην αυλή. ΄Υστερα, ήρθες κοντά μου και με γρήγορες ανάσσες και καρδούλα που χτυπούσε δυνατά,  μου είπες κρυφά απ΄τα παιδιά:
-Ούτε και μ΄αυτό ήρθε! 
-Ποιος παιδί μου, ποιον περιμένεις;
- Τη μαμά μου κυρία. Σήμερα θα ρθει. Θα ρθει μόνο για μια μέρα και ύστερα θα ξαναφύγει...

Είχα μόνο ένα μήνα στο σχολείο. Είχα γνωρίσει και τον πατέρα της  την πρώτη ημέρα στον Αγιασμό.

Δεν είχε ανοίξει κουβέντα. Ούτε κανείς από τους χωριανούς.  
 Σχολάσαμε. Χαιρέτησα τα παιδιά και βγήκα έξω να τα  παρακολουθώ  που θα περνούσαν το δρόμο.  Τακτοποίησα τα θρανία, συμμάζεψα τα βιβλία μου, έσβησα τη σόμπα, έκλεισα το φως και τράβηξα την κουρτίνα.
 Στάθηκα κοντά στο παράθυρο και περίμενα να φτάσει το δεύτερο λεωφορείο της γραμμής.
Το άκουσα να φτάνει. Κλείδωσα την πόρτα και έτρεξα να το προλάβω.  Άκουσα τότε τη φωνή σου." Μαμά! μαμά!"
Ανέβηκα στο λεωφορείο και κάθισα. Έριξα μια ματιά από το τζάμι και σε είδα.
Δεν είχες φύγει για το σπίτι μαζί με τα άλλα παιδιά! Είχες κρυφτεί. ΄Εμεινες στη στάση και περίμενες.΄Ησουν σίγουρη πως θα ρθει.
Το λεωφορείο μου ξεκίνησε. Γύρισα πίσω μου να σε δω. Ήσουν γαντζωμένη από το χέρι της και την κοιτούσες στα μάτια...

Χτύπησε το κουδούνι για μάθημα.

- Προσευχούλα παιδιά, ελάτε.













( κυκλάμινα )Χ.Θ.Ο

" Συ που κόσμους κυβερνάς
και ζωή παντού σκορπάς 
άκου τούτη τη στιγμή
των παιδιών σου τη φωνή.

Φώτιζέ μας την ψυχή

στο καλό, στην αρετή
δίνε μας από ψηλά
θάρρος, δύναμη, χαρά.

Για να ζούμε εδώ στη γη

με γαλήνη, με τιμή 
και να υμνούμε αιώνια Εσέ
Πάνσοφε Δημιουργέ"

- Καλημέρα κυρία!

- Καλημέρα παιδιά, καθίστε.
 Ανταλλάξαμε βλέμματα.
 Η χαρά στο πρόσωπό σου κρατούσε  κάπως από χθες.     Πρόσεξα  πως στη διάρκεια της προσευχής αναστέναζες  ανακουφισμένη.   
- Κυρία, η Αγγελική θα φύγει. Θα μπει σε Ίδρυμα.
- Ναι Κυρία.  ΄Εκεί θα έχει κούνιες, παιγνίδια, ποδήλατα κινηματογράφο και πολλές δασκάλες.
- Α! Ωραία, μα πώς...
- Ο μπαμπάς το αποφάσισε μιας και η μαμά δεν θα ξαναγυρίσει. Θα ρθουν και τα αδέλφια μου όλα.
 Κοίταξα το οστεωμένο κορμάκι της, το αδύνατο πηγουνάκι της και τα λεπτά της χεράκια.
"Τα παιδιά πεινάνε..."σκέφτηκα.
Για λίγο, μου φάνηκε πως άκουγα ακόμη τη μουσική και τα λόγια της Προσευχής.
Εκείνη τη στιγμή, δεν ήθελα να σκεφτώ τίποτε αρνητικό.
"Θα ανακουφιστούν τουλάχιστον από την αγωνία και την μάταιη ελπίδα που τα τσακίζει... Θα μπει έστω μια σειρά στη ζωή τους.
 Μπορεί να πάνε όλα καλά. Τόσα και τόσα
παιδιά μεγάλωσαν σε ιδρύματα. Αν έχουν εισπράξει  έστω και λίγη αγάπη από τη μάνα και τον πατέρα όταν ήταν πιο μικρά και αν βρουν εκεί θαλπωρή, προστασία και  εκπαίδευση καλή, ίσως γίνουν σωστοί άνθρωποι. 
Είναι, βλέπεις, και καλή "πάστα" παιδιά..."
- Αγγελικούλα μου σου εύχομαι...
- Όχι, όχι Κυρία. Αύριο θα φύγω. Ας μη χαιρετηθούμε από σήμερα.

Το τηλέφωνό μου χτύπησε την ίδια μέρα στις τρεις και μισή.

Μόλις είχα φτάσει σπίτι μου.
- Κυρία, η Αγγελική είμαι. Τελικά θα φύγουμε σήμερα στις  πέντε και μισή και πήρα να σας χαιρετήσω. Το τηλέφωνό σας το έχω και θα σας ξαναπάρω.
- Στο καλό Αγγελικούλα. Καλή τύχη και να προσέχεις. ΄Ετσι; 

Η Αγγελική δεν με ξέχασε. Μου τηλεφώνησε και ήρθε  και να με δει. Τα είχε καταφέρει στη ζωή της!



fine art america




      Τον εαυτό του παιδί

Τον εαυτό του παιδί απ’ το χέρι κρατάει
στα ίδια μέρη κι απόψε η ζωή θα τους πάει.
θα περάσουν ξανά απ’ της μνήμης τα σπίτια
από θάλασσες άδειες, απ’ του φόβου τα δίχτυα. 

Θα σταθούνε μαζί και θα δουν να περνάνε
σαν ποτάμι οι στιγμές που ποτέ δε γερνάνε
και τα πρόσωπα που έγιναν δρόμοι κι αιώνες
και τα όνειρα που έσκαψαν μες στα χρόνια κρυψώνες. 

Όταν ήμουν παιδί είχα βρει έναν κήπο
για να κρύβομαι εκεί απ’ τη ζωή όταν λείπω
όταν ήμουν παιδί είχα κρύψει έναν ήλιο
να `χει ο δρόμος μου φως κι η σιωπή μου έναν φίλο. 

Τον εαυτό του παιδί απ’ το χέρι θα πιάσει
σαν γυαλί μια στιγμή θα ραγίσει, θα σπάσει
θα χωρίσουν μετά κι ο καθένας θα πάει
σ’ έναν κόσμο μισό που τους δυο δε χωράει.


Στίχοι : Παρασκευάς Καρασούλος
Μουσική : Μάριος Φραγκούλης
Ερμηνεία : Μάριος Φραγκούλης

Δεν υπάρχουν σχόλια: