Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Το χρέος του κρητικού

       


 ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΟΥ ΚΡΗΤΙΚΟΥ



       Έβρεχε τη μέρα εκείνη που πήραμε, ο κύρης μου κι εγώ, τον ανήφορο για το κάστρο που ήταν η Φράγκικη Σχολή. Ψιλή χινοπωριάτικη βροχούλα, τα δρομάκια είχαν θαμπώσει πίσω μας   η θάλασσα αναστέναζε, ανάλαφρο αεράκι φυσούσε και τα φύλλα των δέντρων ξεμασκαλίζουνταν κι έπεφταν ένα ένα, κίτρινα καφετιά, και στόλιζαν το βρεμένο ανηφόρι.

        Τα σύννεφα από πάνω μας έτρεχαν, κυνηγημένα από δυνατόν άνεμο που θα φυσούσε εκεί, απάνω` σήκωνα το κεφάλι, τα κοίταζα,  δε χόρταινα να τα βλέπω να τρέχουν, να σμίγουν να χωρίζουν, κι άλλα να κρεμούν μεγάλα γκρίζα κρόσσια και να θεν ν ΄αγγίξουν τη γης...
        Ανηφόριζα σήμερα στο κάστρο, καμάρωνα τα σύννεφα και κάθε τόσο σκόνταφτα και γλιστρούσα. Κι ο κύρης μ΄ έπιασε από τον ώμο, σαν να΄ θελε να με στερεώσει.
       _ Άσ΄ τα σύννεφα, κοίτα κάτω τις πέτρες, μην πέσεις και σκοτωθείς.
      ....Όλα  όλα τα θυμούμαι τη μέρα εκείνη ανηφορίζοντας το κάστρο να  πάω στους φραγκοπαπάδες` βλέπω ακόμα το γάτο που κάθουνταν σ΄ένα κατώφλι και βρέχουνταν, άσπρο, με πορτοκαλιά μπαλώματα. Κι ένα κοριτσάκι ξυπόλυτο να κρατάει ένα μαγκάλι αναμμένα κάρβουνα και να τρέχει` κι αντιφέγγιζε το πρόσωπό του κατακόκκινο.
     _  Φτάσαμε, είπε ο κύρης, σήκωσε το χέρι και χτύπησε τη μεγάλη πόρτα.
         Τούτο στάθηκε το πρώτο κι ίσως το πιο αποφασιστικό πήδημα της πνευματικής ζωής. Άνοιξε μέσα στο μυαλό μου μια πόρτα μαγική που μ΄έβγαλε σ΄ένα κόσμο καταπληχτικό. Ώς τώρα ήταν η Κρήτη, η Ελλάδα, ένα στενό αλώνι όπου στριμώχνουνταν και πάλευε η ψυχή μου` τώρα ο κόσμος πλάτυνε, οι  ανθρωπότητες πλήθυναν, έτριζαν τα εφηβικά στήθια μου να τις χωρέσουν. Ώς τη στιγμή εκείνη το μάντευα μα δεν τό΄ξερα τόσο θετικά πως ο κόσμος είναι πολύ μεγάλος, κι ο πόνος κι ο μόχθος είναι σύντροφοι και συμπολεμιστές όχι μονάχα του Κρητικού παρά και του κάθε ανθρώπου` κι απάνω απ΄όλα τώρα μονάχα άρχισα να ψυχανεμίζουμαι το μέγα μυστικό: πως όλο τον πόνο και τον αγώνα η ποίηση μπορεί να τον μετουσιώσει σε όνειρο και ν΄απαθανατίσει όσο εφήμερο μπορεί, κάνοντάς το τραγούδι. Ώς τότε, δυο τρία μονάχα πρωτόγονα πάθη με κυβερνούσαν: ο φόβος, ο αγώνας να νικήσω το φόβο κι η λαχτάρα της λευτεριάς. Μα τώρα άναψαν μέσα μου δυο άλλα πάθη καινούρια: η ομορφιά κι η δίψα της μάθησης. Να διαβάσω, να μάθω, να δω τις μακρινές χώρες, να πονέσω κι εγώ και να χαρώ... Ο κόσμος είναι πιο μεγάλος από την Ελλάδα, ο πόνος του κόσμου είναι πιο μεγάλος από τον εδικό μας κι η λαχτάρα της λευτεριάς δεν είναι προνόμιο του Κρητικού μονάχα, είναι αγώνας αιώνιος του ανθρώπου. Δεν χάθηκε η Κρήτη από το νου μου, μα ολάκερος ο κόσμος απλώθηκε μέσα μου, έγινε θεόρατη Κρήτη,  που λογής Τούρκοι την τυραννούν, μα όλο τινάζεται όρθια και ζητάει λευτεριά. Έτσι μετατρέποντας σε Κρήτη ολάκερο τον κόσμο, μπόρεσα στα πρώτα χρόνια της εφηβικής μου ζωής να νιώσω τον αγώνα και τον πόνο του ανθρώπου.
       Μέσα στη φράγκικη αυτή σχολή, όπου είχαν μαζευτεί παιδιά απ΄όλη την Ελλάδα, επειδή ήμουν Κρητικός κι η Κρήτη πολεμούσε τότε τον Τούρκο, πίστεψα πως είχα χρέος να μην ντροπιάσω την Κρήτη και να΄ μαι ανάμεσα στους συμμαθητές μου ο πρώτος` είχα ευθύνη. Κι η πίστη αυτή που θαρρώ δεν πήγαζε από ατομικό φιλότιμο παρά από εθνική υποχρέωση, πλήθυνε τη δύναμή μου και γρήγορα ξεπέρασε τους συμμαθητές μου - όχι εγώ, η Κρήτη! Έτσι περνούσαν οι μήνες μέσα σ΄ένα πρωτάκουστο για μένα μεθύσι  να μαθαίνω, να προχωρώ, να κυνηγώ το γαλάζιο πουλί, που αργότερα έμαθα πως το λένε Πνέμα.
      ...'Ενιωθα απάνω στους ώμους μου όλη την Κρήτη` αν δεν κάτεχα καλά το μάθημα, αν δεν καταλάβαινα ένα μαθηματικό πρόβλημα, αν δεν έβγαινα πρώτος στο διαγωνισμό, η Κρήτη ντροπιάζουνταν` δεν είχα την ξενοιασιά, τη φρεσκάδα και την αλαφράδα του παιδιού` έβλεπα τους συμμαθητές μου να παίζουν και να γελούν και τους καμάρωνα` θα΄θελα κι εγώ να γελάσω και να παίξω, μα η Κρήτη πολεμούσε και κιντύνευε: Και το πιο φοβερό: οι δάσκαλοι κι μαθητές δε με φώναζαν πια με τ΄ όνομά  μου, μ ΄έκραζαν: ο κρητικός κι αυτό μου θύμιζε ακόμα πιο βαριά, κάθε στιγμή, το χρέος μου.

Ν. Καζαντζάκη

< Αναφορά στο Γκρέκο >

                                                                                                            





 Αποσπάσματα από έργα του Ν. Καζαντζάκη




" Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα."



"Δεν πρέπει ποτέ να έχεις μια αντίληψη για τη ζωή που να σου επιτρέπει ελπίδες και ανταμοιβές. Είσαι ελεύθερος άνθρωπος, όχι μισθοφόρος. Να παλεύεις χωρίς να καταδέχεσαι να ζητάς ανταμοιβή, αυτό είναι πραγματική ελευθερία."


"-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ΄ μου μιαν προσταγή.
-Φτάσε όπου μπορείς παιδί μου...
-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ΄ μου μιαν πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
-Φτάσε όπου ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ παιδί μου !..."

" Ν΄αγαπάς την ευθύνη. Να λες, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη Γη. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω "






Δεν υπάρχουν σχόλια: